βοηθόος

βοηθόος
Grammatical information: m.
Meaning: `who brings help (in war)' (Il.; on the meaning Schulze Kl. Schr. 188).
Other forms: Dor. βοᾱθόος, att. and Hdt. βοηθός (s. below)
Derivatives: From this a denominative Aetol. βοᾱθοέω, (Lesb. βᾱθόημι), through hyphairesis (Schwyzer 252) Dor. βοᾱθέω, Att. and Hdt. βοηθέω `come to help on a cry, help' (cf. Kretschmer, Glotta 18, 96f.). - From βοαθόος bzw. βοηθό(ο)ς: Aetol. βοαθοΐα (\< *βοαθοϜία), Att. βοήθεια (rebuilt after the nouns in -ειᾰ [Schwyzer 469] ) `help'. - From βοηθέω as reverse deriv. βοηθός (or constracted from βοηθόος, s. Schwyzer 469, Sommer Nominalkomp. 26 A. 4). βοήθησις `help' (Hp.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: βοηθόος from an expression like (ἐπὶ) βοην θεῖν (s. Schulze Kl. Schr. 188). (The -ο- from *θοϜ-ο-?) - After βοηθέω, βοηθός were made the synonyms βοηδρομέω (Eur.) with the feast name βοηδρόμια pl. (D.; months name Βοηδρομιών, Βοηδρόμιος) and βοηδρόμος (E.; on the connection s. E. Kretschmer, Glotta 18, 1930, 96ff.).
Page in Frisk: 1,248

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βοηθόος — βοηθόος, ον (Α) 1. όποιος σπεύδει στην κραυγή για βοήθεια ή στην πρόσκληση στα όπλα, για μάχη 2. ο βοηθός, αυτός που προσφέρει βοήθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βοηθόος προήλθε πιθ. από την έκφραση «(επί) βοήνθειν» (του ρ, θέω «τρέχω»)] …   Dictionary of Greek

  • βοηθόος — hasting to the cry for help masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόε — βοηθόος hasting to the cry for help masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόοι — βοηθόος hasting to the cry for help masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόον — βοηθόος hasting to the cry for help masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθόου — βοηθόος hasting to the cry for help masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοηθώ — ( άω) (AM βοηθῶ, έω, Α και βωθέω, ιων. τ.) 1. παρέχω υλική ή ηθική βοήθεια 2. προστρέχω να σώσω κάποιον, σώζω 3. ανακουφίζω ασθενή, βελτιώνω την κατάσταση του μσν. νεοελλ. διευκολύνω, ωφελώ νεοελλ. 1. ευνοώ 2. υποστηρίζω αρχ. φρ. 1. «βοηθῶ ἐπί… …   Dictionary of Greek

  • βοαθόος — βοᾱθόος , βοηθόος hasting to the cry for help masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοαθόων — βοᾱθόων , βοηθόος hasting to the cry for help masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.